Οι αναποφάσιστοι σήμερα

Ένα εκατομμύριο (1.000.000) είναι οι αναποφάσιστοι για την επόμενη εθνική εκλογική αναμέτρηση. Η πιο ενδιαφέρουσα και δύσκολη ομάδα του εκλογικού σώματος αποτελείται από ψηφοφόρους με χαμηλό εισόδημα και επίπεδο εκπαίδευσης, από γυναίκες και ανέργους κυρίως.

Στην έρευνα της Κάπα Research που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στις 13 περιφέρειες της χώρας, περίπου 1.800 άτομα (το 13,9% του δείγματος) δήλωσαν ότι δεν έχουν αποφασίσει για το κόμμα που θα ψήφιζαν σε περίπτωση εθνικών εκλογών. Όμως, για πρώτη φορά, ένας τόσο μεγάλος αριθμός αναποφάσιστων ψηφοφόρων απάντησε σε όλα τα ερωτήματα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου που τέθηκαν.

Οι αναποφάσιστοι δεν είναι μια άβουλη ή «α-πολιτίκ» ομάδα. Είναι ενημερωμένοι, παρακολουθούν τις εξελίξεις, τοποθετούνται με σαφήνεια και επίγνωση απέναντι στα μεγάλα ζητήματα της χώρας και της εποχής. Η απόφασή τους για το πιο κόμμα θα επιλέξουν, τελικά, θα ληφθεί, το πιθανότερο, αφού προκηρυχθούν οι εκλογές και τεθεί το εκλογικό δίλλημα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η επιλογή θα έχει τον χαρακτήρα της «πιο έξυπνης» και συμφέρουσας, γι’ αυτούς, ψήφου, θα αφορά «στα ευρώ» του νοικοκυριού και όχι «στο Ευρώ» (ή στην παραμονή στην ΟΝΕ) και θα ληφθεί γύρω από το τραπέζι της κουζίνας με ισχυρότερους εισηγητές τη γυναίκα ή τον άνεργο της οικογένειας.

Η εμπειρία της διερεύνησης των αναποφάσιστων 

Αποστολή των κοινωνικών ερευνών είναι να φωτίζουν τα ρεύματα αντιλήψεων στην κοινωνία και όχι να θολώνουν ό,τι είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού.

Τη στιγμή που όλα τα exit poll της δεκαετίας κατέγραψαν ότι πάνω από 10% των ψηφοφόρων αποφάσισαν τις τελευταίες ημέρες, αν όχι την Κυριακή των εκλογών, είναι λίγο τολμηρό να υποστηρίζονται έρευνες που παρουσιάζουν τους αναποφάσιστους σε παγκοσμίως ιστορικά χαμηλά ποσοστά ή ακόμα και προβλέψεις/εκτιμήσεις για «νταμπλ σκορ» ενάμιση χρόνο πριν τις εκλογές.

Στις εκλογικές αναμετρήσεις αυτής της δεκαετίας, ειδικά, δεν επιβεβαιώθηκε η ισομερής κατανομή των αναποφάσιστων στα κόμματα – οι αναποφάσιστοι έγειραν μαζικά προς τη μία πλευρά του διλλήματος και καθόρισαν το τελικό αποτέλεσμα και τις πολιτικές εξελίξεις. Γι’ αυτό οι αναγωγές των αναποφάσιστων και οι «εκτιμήσεις ψήφου» στερούνται του στοιχείου της πρόβλεψης και υποβαθμίζουν τη σημασία των πρωτογενών αποτελεσμάτων των ερευνών. Αντίθετα υπονομεύουν τον ψύχραιμο πολιτικό διάλογο και την αντιπαράθεση για τη χάραξη ορθότερων κυβερνητικών προγραμμάτων, οδηγώντας σε επικοινωνιακές υπερβολές τύπου «νικάμε», που συχνά τα τελευταία χρόνια καταρρέουν την ημέρα των εκλογών – και στην Ελλάδα και διεθνώς.

Στατιστικά, στα μέσα της θητείας τους οι κυβερνήσεις βρίσκονται στο κατώτερο σημείο αποδοχής τους. Στην παρούσα φάση, εκτός του κυβερνώντος κόμματος, οι έρευνες δείχνουν ότι και η αξιωματική αντιπολίτευση παρουσιάζει μια στασιμότητα αποδοχής, κυρίως διότι οι εξελίξεις ακύρωσαν το βασικό της επιχείρημά μέχρι σήμερα: πως ο ΣΥΡΙΖΑ ρισκάρει/επιδιώκει «να ρίξει τη χώρα στα βράχια» εκτός ΟΝΕ. Ως αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών εξελίξεων έχει μειωθεί η πόλωση και έχει καθιερωθεί ο κυνισμός στην ελληνική κοινωνία.

Το θέμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα όπου η πολιτική επιχειρηματική και πνευματική Ελίτ της χώρας πρέπει να βγει πάνω από τα στερεότυπα του παρελθόντος και τις ψευδαισθήσεις και να μελετήσει με προσοχή τα πραγματικά εσωτερικά δεδομένα και τις διεθνείς εξελίξεις, με στόχο τη χάραξη ενός ρεαλιστικού Εθνικού Σχεδίου. Με προχειρότητες και σλόγκαν, το έργο της εξόδου της χώρας από την κρίση θα δυσκολεύει αντί να γίνεται ευκολότερο. (Σε αντίστοιχο χρονικό σημείο του εκλογικού κύκλου, στις αρχές του 2011, η Κάπα Research είχε καταγράψει με έρευνες και αρθρογραφία ότι «τα κόμματα είναι εκτός εκλογικής αγοράς» όταν και τότε ειδικοί αναλυτές και δημοσιογράφοι πόνταραν σε νίκες και αυτοδυναμίες).